Ο σχοινοβάτης, του Κρίστιαν Μπομπέν
Άνοιξη δεν γίνεται δίχως σπαραγμό: Σημείωμα για το βιβλίο του Κρίστιαν Μπομπέν «Ο σχοινοβάτης» σε μετάφραση Φοίβου Ι. Πιομπίνου & Μπεατρίς Κόνολι και σκίτσα της Εύης Τσακνιά Από τη σειρά «Τα άστεγα» των εκδόσεων Κίχλη.
Η ιστορία δεν κράτησε πολύ. Αν ήταν βιβλίο, θα είχε μόνο μερικές σελίδες, πυκνογραμμένες από τ’αναπάντεχο της ζωής. Αν ήταν εποχή, θα αφορούσε εκείνη την ανεπαίσθητη μετάβαση από τον χειμώνα ως την καρδιά της άνοιξης. Η ιστορία έχει να κάνει με ένα λιβάδι, με έναν σχοινοβάτη με αλογίσιο πρόσωπο, με αρκετή μοναξιά και με το θαύμα του απλού που μπορεί και συμβαίνει δίχως προσπάθεια καμιά. Η ιστορία ανήκει στον Κρίστιαν Μπομπέν που θα μπορούσε να είναι του λόγου του ένας από εκείνους τους σχοινοβάτες που εκτελούν τα παράτολμα νούμερά τους, ψηλά πάνω από τις ζωές μας. Και που δεν υποψιαζόμαστε πως κυκλοφορούν σαν θαυμαστές σημασίες, δένοντας κόσμους φαινομενικά μακρινούς. Όπως ένα λιβάδι με μια πόλη, μια καρδιά με την άνοιξη, όπως μια νύχτα που παγώνει και έτσι δεν φθάνει ποτέ όπως ονειρεύτηκε μια φορά και έναν καιρό, ο δικός μας Χρήστος Βακαλόπουλος για τη μεταφυσική Οδό Ζακύνθου του.
Λένε για το θαυμαστό πραγματικό της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, μιλάνε για τ’ανοιξιάτικα φαντάσματα που αφήνουν χνάρια στο πάνω στο βρεγμένο πάτωμα της ζωής μας. Και εννοούν ανάμεσα σε αυτούς τον Κρίστιαν Μπομπέν που δαγκώνει ένα γενναίο κομμάτι του κόσμου και καλπάζει μαζί με τις λέξεις του, όταν έχεις πια γνωρίσει τον εαυτό σου. Δεν θα πιστέψεις ποτέ πως κάποτε, οι πιο αγαπημένοι μας πρωταγωνιστές, αφήνουν την ιστορία τους και χάνονται, σαν τα παιδιά που δεν θα επιστρέψουν ποτέ από την απογευματινή τους βόλτα, έξω στο τοπίο του κόσμου που τρέμει. Έτσι και ο Κρίστιαν που έζησε απομονωμένος δίχως ποτέ να επιστρέψει στις πόλεις, κρατώντας στην καρδιά του τις καλύτερες ιστορίες. Έκανε σπίτι και καταφύγιό του έναν παλιό, πυροσβεστικό σταθμό κάπου κοντά στο Λε Κρεζό, εκεί ακριβώς που διάλεξε να ζήσει, κρατώντας μια απόσταση από τη φήμη και τις βραβεύσεις και τις επιτροπές του πολιτισμού που χαράζουν την πορεία του κόσμου. Για τον Κρίστιαν, για τον σχοινοβάτη των εκδόσεων Κίχλη που εντάσσονται στη σειρά των “αστέγων” φαίνεται πως την αλήθεια είπαν κάποτε τα άσματα του Μάλντορορ. Και έτσι μια καρδιά, η ανθρώπινη καρδιά μοιάζει βαθύτερη και πιο ανεξερεύνητη από κάθε ωκεανό.
Σαν εκείνη του σχοινοβάτη με τ’αλογίσιο πρόσωπο που κατοικεί το λιβάδι και που δεν περιμένει τίποτε άλλο, από την άνοιξη. Μετράει τον καιρό με τις βροχές και με τις λέξεις, ώσπου δίχως καμιά προειδοποίηση, ο σχοινοβάτης αφήνει πάνω στα δέντρα, πάνω στο τρυφερό χνούδι της πρασινάδας, μια ιδέα δροσιάς και χάνεται. Ξεγλιστράει μαζί με τις νεροσυρμές του χιονιού που παίρνει να λιώνει δοξάζοντας με τη δροσιά του ένα πρόσκαιρο θαύμα. Μα μπορεί και να συμβεί, δίχως σημάδι κανένα, ίσως έξω και πέρα από την εποχή της. Και αυτή η αυθαιρεσία που γκρεμίζει την αλληλουχία του χρόνου, αυτή η γλυκιά ελευθερία που θέλει την άνοιξη να κερδίζει με μια έκπληξη ανθρώπους και πράγματα είναι και το χάρισμα της ιστορίας του Κρίστιαν Μπομπέν, Αφού μες σε τόση ερημιά απροσμέτρητη, βρίσκει τον άλλον και οι καρδιές ζεσταίνονται. Επειδή μες στην καρδιά του χειμώνα, μπορεί ανά πάσα στιγμή, αν το θέλεις, να συναντήσεις μια άνοιξη στολισμένη και πεντάμορφη σαν το γύρο του κόσμου. Μια δεύτερη ευκαιρία για τον κόσμο και την αδεξιότητα της ψυχής, την ευλογημένη απρέπεια παντού μες στη φύση και κάτι από έρωτα καθώς δυο καρδιές και μόνο, με μια χούφτα λέξεις στις άκρες των χειλιών τους, μπορούν να ανανεώσουν την πραγματικότητα, κερδίζοντας στο μέτωπο του κόσμου, μερικά μέτρα χαμένης αθωότητας. Έτσι λέει προελαύνει το όνειρο, όπως οι προοπτικές του Σχοινοβάτη που θαρρείς πως ισορροπεί τώρα και πάντα, δίχως πλέγμα προστασίας, βαλμένος μες στη μικρή του φόρμα, περίσσευμα της φαντασίας μας και τέχνη.
...Στράφηκα να δω. Δεν υπήρχε τίποτε. Εκείνος επωφελήθηκε για να απομακρυνθεί ένα λεπτό στο βάθος του λιβαδιού. Όταν επέστρεψα στο φράχτη είδα από έναν ωκεανό και στα δυο του μάτια. Καμώθηκα πως δεν πρόσεξα τίποτε
γράφει ο Κρίστιαν Μπομπέν και είναι αυτός ο τρόπος που έχουν οι ποιητές για να μιλούν και να θυμούνται. Αυτός και η αγάπη που σε κρατάει όρθιο πάνω στο σχοινί σου, όταν όλες οι πιθανότητες φαντάζουν εις βάρος σου. Είναι πάντα δυο εκείνοι που συναντιούνται πάνω στο σχοινί και είναι πάντα σπαραγμός ο έρωτας, «κάτι γλυκό και βίαιο συνάμα» που σαρώνει τις ψυχές. Θέλει όλο σου το είναι αυτή η αγάπη, η θέλησή σου να παραμείνεις πάνω στο σχοινί, η τρυφερότητα με την οποία αγκαλιάζει κανείς μια «μαργαριταρούλα», κάτι λεπτό και πολύτιμο συνοψίζει από κάθε πλευρά την άνοιξη που σαλεύει εντός σου. Μεταπλασμένη με μια λεπτότητα που δεν την πιάνει ο χρόνος, γράφει ο Ράμφος για την ποίηση του Καβάφη και εδώ βρίσκει τέλεια εφαρμογή μια τέτοια φαντασία. Ήχος μακρινός μιας μπαλάντας για δύο. Και κάπου εκεί η τρυφερή εμπιστοσύνη που μπορεί να κρατήσει όρθιο τον κόσμο. Πάντα το παράταιρο και το ονειρώδες, η μυρωδιά της βροχής πάνω στο χώμα, ο χρόνος που λευκαίνει τα πάντα, ως και την χαίτη του ανθρώπου με τ’αλογίσιο πρόσωπο.
Όση ώρα μιλούσε εκείνος ο άνθρωπος, εγώ είχα πειστεί πως είχε την όψη ενός αλόγου. Σιγά σιγά, δίχως να το αντιληφθώ, η όψη του μάκραινε, τα μάτια του σοφά, με δυο καφετιές θάλασσες, μετρούσαν τον ορίζοντα. Ώσπου να ολοκληρωθεί η παρουσίαση του βιβλίου των εκδόσεων Κίχλη, «Ο σχοινοβάτης» του Κρίστιαν Μπομπέν, στην υπέροχη μετάφραση των Φοίβου Πιομπίνου και Μπεατρίς Κόνολι, ο φίλος είχε μεταμορφωθεί στον ήρωα εκείνου του βιβλίου. Στο βάθος τα φώτα της πολιτείας, τ’αναμμένο τσίρκο του κόσμου. Όλα θα πνιγούν μες στα δυο του μάτια, όλα, ώσπου να φανεί η άνοιξη, με μια σύναξη σιωπηλή χρωμάτων, σπαραγμών, βεβαιοτήτων και μετεωρισμών.
Χρειάστηκε να περάσει καιρός προτού καταλάβω πως εκείνο το μικρό βιβλίο σε χαρτί Palatina των 120 γραμμαρίων που διέθετε τον τρόπο για να πραγματεύεται τη ζωή, την ελπίδα και το θάνατο, ήταν ο δρόμος που οδηγούσε προς το πνεύμα και προς το αισθητό. Χρειάστηκε καιρός ώστε να διαπιστώσω πως εκείνο το σπάνιο βιβλίο του μεγάλου Γάλλου δημιουργού, διέθετε όλα τα εφόδια για να συλλάβει με τα βρόχια του όλες τις παγωμένες καρδιές του κόσμου. Χρειάστηκε κάτι από τον μπακιρένιο ορίζοντα και μια ιδέα άνοιξης, για να λογαριάσει κανείς πως του αναλογεί κάτι από το μερίδιο του πλούτου. Χρειάστηκε να περάσει καιρός προτού συλλαβίσω δίχως περιστροφές πια, την στέρεη πεποίθηση πως το λευκό του χαρτιού συνιστά ένα αχαλίνωτο και ακαθόριστο πέλαγος. Πως σε μια άκρη στέκει κλειστό το παράθυρο που βλέπει στην άλλη πλευρά του κόσμου και απομένει να τολμήσει κανείς να βάλει το κεφάλι του, κοιτάζοντας μέσα από τη ραγισματιά, το φως να τεμαχίζει το όνειρο. Χρειάστηκε να μεγαλώσω και εγώ μα και εκείνη η ιστορία, για να αποδεχτώ το γεγονός πως η γλώσσα ενός βιβλίου μπορεί να είναι πραγματική, ποιητική, γλώσσα οπτική ή πάλι λογοτεχνική. Μα αρκετή στα χέρια ενός σπάνιου δημιουργού, για να μετατοπίσει μια στάλα το πέπλο της πραγματικότητας, αφήνοντας να φανεί στο τέλος της λοξής αιγίδας η ανατριχίλα που σαρώνει ένα λιβάδι ή πάλι τον μικρό, μεγάλο σου κόσμο.
«Ο σχοινοβάτης», Κίχλη, από τη σειρά των αστέγων. Με τη βροχή στα βλέμματα. Και με το χρόνο. Με έναν ήχο σιωπής γεμάτο από αγάπη, με έναν μακρινό ορίζοντα και δυο καρδιές.
Ο σχοινοβάτης, του Κρίστιαν Μπομπέν
Μετάφραση:Φοίβος Ι. Πιομπίνος & Μπεατρίς Κόνολι
Εκδόσεις Κίχλη
σελ. 40